Τετάρτη 3 Σεπτεμβρίου 2014

Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ - Η ΜΥΣΤΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ (5) Συνεχίζεται από : Πέμπτη 7 Νοεμβρίου 2013 Βλαδίμηρου Λόσκι. ΤΟ ΠΙΟ ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΕΝΔΥΜΑ ΤΗΣ ΑΙΡΕΣΕΩΣ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ. 8ο Κεφάλαιο: Η οικονομία του Αγίου Πνεύματος.



Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ.


Η θεολογία της Ανατολικής Εκκλησίας διακρίνει το πρόσωπο του Αγίου Πνεύματος από τα δώρα που κοινωνεί στους ανθρώπους. Αυτή η διάκριση βασίζεται στα λόγια του Χριστού «εκείνος εμέ δοξάζει, ότι εκ του εμού λήψεται και αναγγέλει υμίν. Πάντα όσα έχει ο Πατήρ εμά εστί. δια τούτο είπον ότι εκ του εμού λήψεται»(Ιωαν. 16, 14-15). Αυτό που είναι κοινό στον πατέρα και τον Υιό είναι η θεότης, την οποία κοινωνεί στους ανθρώπους στην Εκκλησία το Άγιο πνεύμα, καθιστώντας τους «θείας φύσεως κοινωνούς», δίνοντας το πυρ της θεότητος, την άκτιστο χάρη, σε αυτούς που γίνονται μέλη του σώματος του Χρίστου. Σε ένα αντίφωνο των αναβαθμών, ψάλλεται: «Αγίω πνεύματι πάσα ψυχή ζωούται και καθάρσει υψούται, λαμπρύνεται τη Τριαδική Μονάδι ιεροκρυφιώς».

Όταν η καρδιά, δεν απαντά στην προσευχή...



‐ Όταν η καρδιά, με την κίνησή της και την θερμότητά της, δεν απαντά στην προσευχή, τότε χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή. Δεν πρέπει κανείς να βιάζη την καρδιά του στην κατάσταση αυτή. Τότε να λέγη την προσευχή με το στόμα, διότι διαφορετικά μπορεί να αδυνατίση η καρδιά με την πίεση και να υπάρξουν σωματικές ανωμαλίες.

Το ότι δεν απαντά η καρδιά στην προσευχή οφείλεται σε διάφορα αμαρτήματα, που γίνονται ακόμη και με τους λογισμούς. Στην περίπτωση αυτή, αν δεν θυμάται κάτι, δεν πρέπει να ψάχνη να βρη την αιτία, αλλά να ταπεινώνεται λέγοντας: “ίασαι την ψυχή μου ότι ήμαρτόν σοι”.

Όμως, ενώ τότε φαίνεται ότι δεν απαντά η καρδιά στην προσευχή, αργότερα θα απαντήση. Εμείς οφείλουμε να διατηρούμε το πνεύμα της κατανύξεως, που προέρχεται από την ταπείνωση.

                                                                                                                 Γέροντας Σωφρόνιος 

Κυριακή 24 Αυγούστου 2014

Η Απουσία του Θεού από το Σταυρό. π. Στέφανος Φρήμαν « Θεέ μου, Θεέ μου, ίνα τι με εγκατέλειπες»


 Η κραυγή του Χριστού στο Σταυρό, ή οποία παρέπεμπε στον 22ο Ψαλμό, μπορεί κάλλιστα να είναι η κραυγή του σύγχρονου ανθρώπου στην καθημερινή του ζωή. Γενικά έχουμε μια εμπειρία του κόσμου χωρίς την παρουσία του Θεού. Όταν Τον αντιλαμβανόμαστε, είναι επειδή κάναμε ειδική προσπάθεια και κυρίως επειδή αναφερόμαστε σε αφηρημένες έννοιες και όχι στον ίδιο τον κόσμο. Οι σύγχρονοι Χριστιανοί μένουν σταθερά μακριά από τα Άγια Μυστήρια. Όλο και περισσότερο περιγράφουν την Θεία Ευχαριστία και το Βάπτισμα ως «άδεια» σύμβολα, ή ενέργειες που αναφέρονται σε ιδέες και όχι σε πρακτικά μέσα της χάριτος. Ο Θεός δεν είναι στο νερό, δεν γίνεται ψωμί και κρασί, λένε


Ωστόσο, η κραυγή του Χριστού στο Σταυρό περιγράφει επίσης μια ιστορική στιγμή, η οποία παρόλο που τώρα είναι γεμάτη θρησκευτικό συναισθηματισμό, αρχικά ήταν χωρίς θρησκευτικό περιεχόμενο. Η σταύρωση του Χριστού ήταν η πολιτική εκτέλεση ενός εγκληματία. Περιείχε τόσο Θεό όσο και δεκάδες άλλες σταυρώσεις που προηγήθηκαν τους προηγούμενους μήνες. Ο κατηγορούμενος είχε σίγουρα θρησκευτικούς οπαδούς και πολλούς θρησκευτικούς εχθρούς. Η αναφορά Του σε μια «Βασιλεία ουκ εκ του κόσμου τούτου» έκανε τον τοπικό άρχοντα να σταματήσει για ένα λεπτό, αλλά δεν ήταν αρκετή να εμποδίσει την εκτέλεσή Του. Αυτός ο δισταγμός μπορεί να οφειλόταν σε κάποια Ρωμαϊκή δεισιδαιμονία (όπως το κακό όνειρο την γυναίκας του Πιλάτου) αντί στην αμφιβολία για την απονομή δικαιοσύνης.
Για τους οπαδούς του Χριστού, ο θάνατός Του στο Σταυρό φαίνεται να ήταν μια στιγμή έντονης απουσίας. Η σύλληψη, ο ξυλοδαρμός και τα βασανιστήρια καθώς και η καταδίκη Του, τους άφησε σε αταξία. Βρίσκονταν σε σύγχυση και απορία για την τροπή που πήραν τα γεγονότα και η οποία  ερχόταν σε απόλυτη αντίθεση με τις υποσχέσεις που φανέρωναν τα θαύματά Του. Πώς μπορεί ένας άνθρωπος που περπατά πάνω στο νερό να βασανίζεται και να σταυρώνεται; Μήπως πλανήθηκαν όταν σκέφτονταν ότι ήταν ο Μεσσίας; Ήταν μήπως κάποιος απατεώνας;
Η ανάσταση του Χριστού τούς φάνηκε το ίδιο απρόσμενη. Κανείς δεν είχε παραμείνει στον 
τάφο Του περιμένοντάς την ανάστασή Του. Ακόμα και αυτοί που Τον είδαν μετά την ανάστασή Του έπρεπε να μάθουν να κατανοούν. ( Λουκ.24.45)
Ωστόσο για μας ο Σταυρός έχει μεταμορφωθεί- όχι τόσο εξ αιτίας του έργου του Θεού- όσο από στρώματα θρησκευτικού συναισθήματος που κρύβουν την πραγματικότητά του και συγκαλύπτουν την κένωσή του. Ο Απ. Παύλος έγραφε συστηματικά για την αδυναμία του Σταυρού. Όταν περιγράφει το Σταυρό ως τη δύναμη του Θεού, το κάνει για να δείξει τη Θεία ειρωνεία. Σήμερα ο Σταυρός, ως θρησκευτικό σύμβολο έχασε την έννοια την ειρωνείας. Για πολλούς ο Σταυρός δεν σχετίζεται με τη σταύρωση του Αθώου. Είναι περισσότερο ένα πολιτικό σύμβολο και ιδεολογικό σχήμα  παρά η αποκάλυψη την κένωσης του Θεού.
Στην τοπική μου επαρχία στο Τενεσσί, η συντηρητική δεξιά κατάφερε να ανεβάσει ένα πανό με τη φράση «Εμπιστευόμαστε το Θεό» έξω από το δικαστήριο. Αποτελεί απόδειξη για το πώς η τοπική Χριστιανική πλειοψηφία κατάφερε να πλήξει τις ενοχλητικές προσπάθειες των τοπικών αθεϊστών και όσων υποστηρίζουν  το «διαχωρισμό κράτους και Εκκλησίας». Ωστόσο καμιά ομάδα δεν αντιπροσωπεύει την κένωση του Χριστού στο Σταυρό. Αυτό το κενό είναι πιθανόν να βρίσκεται στους χώρους που κανένας δεν θέλει να αγγίξει: το τεράστιο χάσμα κενότητας είναι ο κατασκότεινος καθρέπτης κάθε ανθρώπινης ψυχής.
 Ο Εσταυρωμένος είναι η απόλυτα ψυχρή παρουσίαση της απουσίας του Θεού. Είναι η φαινομενική νίκη του θανάτου έναντι της ζωής- ο θρίαμβος της έλλειψης νοήματος και η εξύψωση της ωμής βίας. Καμία ανθρώπινη εμπειρία απουσίας και κενού, ανομίας και κοινοτοπίας δεν φτάνουν το θάνατο του Χριστού στο Σταυρό. Η αποτυχία να συνδέσουμε τη σταύρωση του Χριστού με το δικό μας κενό εστιάζεται στη δική μας απροθυμία να δούμε αυτό το κενό. Το να δεχόμαστε τον αναστημένο Χριστό χωρίς το κενό του Σταυρού (ή να θέλουμε το Σταυρό να υπάγεται στην ανάσταση), είναι σαν να ελαττώνουμε την ανάσταση από το αληθινό πλήρωμά της. Ωστόσο, έτσι δεν θανατώνουμε τον εαυτό μας με το θάνατο του Χριστού, αλλά ενωνόμαστε με την ανάστασή Του για το δικό μας θρίαμβο. Ο παλαιός άνθρωπος δεν θέλει να πεθάνει- αντιθέτως προσπαθεί να χρησιμοποιήσει τον αναστημένο Κύριο για να στηρίξει τη δική του αφήγηση.
Για να ενωθούμε με τον αληθινό και ζώντα Θεό κατά τη διάρκεια του ταξιδιού για επίτευξη αυθεντικότητας,, δεν πρέπει να αποφεύγουμε το σκοτάδι της ανθρώπινης δυστυχίας ή την σκοτεινή απειλή της  έλλειψης νοήματος, γιατί ο Σταυρός στέκεται ακριβώς σε αυτό το σημείο.
«τούτο φρονείτε εν υμίν ο και εν Χριστώ Ιησού, ος εν μορφή θεού υπάρχων ουχ αρπαγμόν ηγήσατο το είναι ίσα θεώ, αλλά εαυτόν εκένωσεν μορφήν δούλου λαβών, εν ομοιώματι ανθρώπων γενόμενος· και σχήματι ευρεθείς ως άνθρωπος εταπείνωσεν εαυτόν γενόμενος υπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δε σταυρού» ( Φιλιππ. 2, 5-8).
Ο εκκοσμικευμένο κόσμος είναι ένας κόσμος σταυρωμένος. Έχοντας αδειάσει από κάθε υπερβατικότητα, κάθε Θείο μυστήριο, ο κόσμος του ανθρώπου έχει απλώσει τα χέρια του στο σκληρό ξύλο του σταυρού, παρόλο που γονατίζει ταυτόχρονα με χαρά για να παίξει στα ζάρια τα δικά του ενδύματα. Είναι ένας κόσμος που δεν έχει εγκαταλειφτεί από το Θεό, αλλά που ο ίδιος έχει εγκαταλείψει το Θεό. Και όμως παρόλα αυτά, ο Χριστός κρεμάται στο μέσο της κοσμικότητας γιατί ο Σταυρός είναι η κατ’ εξοχήν κοσμική στιγμή. Αυτό  το ταυτόχρονο Θεανθρώπινο θαύμα της Σάρκωσης αποτελεί την απόλυτη ειρωνεία. Λόγω της εγκατάλειψης του Θεού από τον κόσμο, ο ίδιος ο κόσμος  ενώνεται με Τη Σταύρωση Του.
«τον μη γνόντα αμαρτίαν υπέρ ημών αμαρτίαν εποίησεν, ίνα ημείς γενώμεθα δικαιοσύνη θεού εν αυτώ» (Β΄ Κορ. 5, 21)
Αν μη τι άλλο πρέπει να φυλάσσουμε τους εαυτούς μας από το είδος της αγιότητας που ωραιοποιεί την παγερότητα  του Σταυρού ή πανεύκολα μεταστρέφει το γεγονός αυτό σε δογματικό. Το κύριο πρόβλημα του ανθρώπου δεν είναι διανοητικό αλλά υπαρξιακό. Όπως έλεγε ο γέροντας Σωφρόνιος:
«Να στέκεσαι στο χείλος της αβύσσου ώσπου να μην μπορείς να αντέξεις. Ύστερα, πιες ένα φλιτζάνι τσάι». 

Τρίτη 12 Αυγούστου 2014

Μητροπολίτης Γόρτυνος Ἰερεμίας, Ὀρθόδοξη μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς


         † Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ
ΓΟΡΤΥΝΟΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΟΠΟΛΕΩΣ
                 ΙΕΡΕΜΙΑΣ
ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΜΑΣ
(Γιά τόν λαό)
                                                                                    Μάθημα 5ον
1. Γιά νά ἑρμηνεύσουμε σωστά τήν Ἁγία Γραφή χρειάζεται ὁ φωτισμός τοῦ Θεοῦ, πού τόν ἀποκτᾶμε μέ τήν προσευχή καί τήν καθαρότητα τοῦ βίου. Ἀφοῦ ἡ Ἁγία Γραφή εἶναι θεόπνευστο κείμενο, ἑρμηνεύεται σωστά, θεολογικά, μόνον ἀπό ἐκεῖνον πού ἔχει Ἅγιο Πνεῦμα. «Ὄχι μόνο ὁ γράφων ἀλλά καί ὁ διαβάζων πρέπει νά γνωρίζῃ γράμματα. Ὄχι μόνον ὁ γράφων περί μαθηματικῆς πρέπει νά γνωρίζῃ τήν μαθηματικήν, ἀλλά καί ὁ διαβάζων καί ὁ ἑρμηνεύων τά γραφόμενα τοῦ μαθηματικοῦ πρέπει νά γνωρίζῃ τήν μαθηματικήν. Τό ἴδιον ἀκριβῶς ἰσχύει διά τήν διά κειμένων μετάδοσιν οἱασδήποτε ἐπιστήμης. Καί διά ποῖον λόγον νά ἐξαιρῆται ἡ Ἁγία Γραφή; Ἐν αὐτῇ ἀναγράφεται ἡ περί Θεοῦ καί τῆς βασιλείας καί δόξης Αὐτοῦ ἐμπειρία τῶν θεουμένων προφητῶν καί ἀποστόλων. Πῶς δέν ἰσχύει ὁ γενικός ἐπιστημονικός κανών καί εἰς τήν περίπτωσιν αὐτήν; Ὅτι δηλαδή οἱ ὀρθῶς ἀναγινώσκοντες καί ἑρμηνεύοντες τήν ἐμπειρίαν ταύτην τῶν θεουμένων εἶναι οἱ ἀνήκοντες εἰς τήν ἐν Χριστῷ κοινωνίαν τῶν θεουμένων;».1 

Πρέπει, λοιπόν, νά προσευχόμαστε νά μᾶς στείλει ὁ Χριστός τό Ἅγιο Πνεῦμα, γιά νά ἑρμηνεύσουμε σωστά τόν λόγο Του. Πόσο ὡραῖο εἶναι ἐκεῖνο πού γράφει τό Γεροντικό, ὅτι πῆγαν κάποιοι ἀδελφοί στόν ἀββᾶ Ἀντώνιο νά τόν ρωτήσουν πῶς ἑρμηνεύεται ἕνα χωρίο τοῦ Λευιτικοῦ.2 Καί ὁ ἅγιος Ἀντώνιος ἔκανε προσευχή στόν Θεό νά στείλει τόν Μωυσῆ, πού ἔγραψε τό Λευιτικό, νά τούς ἑρμηνεύσει τό δύσκολο χωρίο!3
Τόν σωστό τρόπο ἀνάγνωσης τῆς Ἁγίας Γραφῆς τόν συνιστᾶ ἡ λατρεία μας. Γιά νά παρουσιαστεῖ τό ἱερό Εὐαγγέλιο στούς πιστούς (παλαιότερα καί ἡ Παλαιά Διαθήκη, ὅπως φαίνεται ἀπό τήν λειτουργία τοῦ ἁγίου Ἰακώβου), γίνεται ὁλόκληρη λιτανεία· καί φτάνοντας ὁ ἱερέας στό κέντρο τοῦ ἱεροῦ Ναοῦ ὑψώνει τήν ἱερά Βίβλο, τήν «Σοφία» τοῦ Θεοῦ καί ὁ λαός τήν ὑποδέχεται μέ προσκυνήματα λέγοντας «Δεῦτε προσκυνήσωμεν καί προσπέσωμεν...». Καί δέν γίνεται ἀνάγνωση τῶν ἱερῶν κειμένων, ἄν δέν γίνει ἡ δέουσα προετοιμασία τῶν πιστῶν μέ τό ἐπανειλημμένως «Πρόσχωμεν»· διαβάζεται δέ καί εἰδική εὐχή ἀπό τόν ἱερέα γιά τήν ὀρθή κατανόηση τῶν ἱερῶν ἀναγνωσμάτων.4 Τήν ὡραία αὐτή λειτουργική τάξη τήν διατηροῦσαν πρίν ἀπό μερικά χρόνια εὐσεβεῖς οἰκογένειες, ἰδιαίτερα τῶν χωριῶν μας, πού τοποθετοῦσαν τήν Ἁγία Γραφή στό εἰκόνισμα, ὅπως ἡ Ἐκκλησία τήν εἶχε στό ἱερό Σκευοφυλάκιο πρῶτα ἤ σήμερα στήν ἁγία Τράπεζα. Ἀλλά ἦρθαν στήν πατρίδα μας μερικοί θεολόγοι ἀπό τήν Δύση, μέ κολοκυθόσπορο στά κρανία τους, καί κορόϊδευαν τήν εὐσέβεια αὐτή τοῦ γνήσια ὀρθόδοξου λαοῦ μας, λέγοντας: «Γιά τό εἰκόνισμα εἶναι ἡ Ἁγία Γραφή;». Καί βέβαια γιά τό εἰκόνισμα εἶναι ἡ Ἁγία Γραφή καί δέν εἶναι γιά τήν τσέπη σου! Καί ὅταν ἡ εὐσεβής οἰκογένεια ἔπρεπε νά ἀναγνώσει τήν ἱερά Βίβλο, θυμίαζε πρῶτα καί ὕψωνε ἔπειτα τό μικρό, τό ἁγνό παιδί νά τήν φτάσει ἀπό τό εἰκόνισμα, γιά νά τήν ἀναγνώσουν. Διάβαζε ὁ ἕνας καί οἱ ἄλλοι ἄκουγαν· καί ὅταν τελείωναν τήν ἱερή ἀνάγνωση πάλι κατά τόν ἴδιο τρόπο τοποθετοῦσαν τήν Ἁγία Γραφή στήν θέση της, στό Εἰκόνισμα. Αὐτή τήν ὡραία τάξη, πού ἀναδεικνύει τήν ἱερότητα τοῦ κειμένου τῆς Ἁγίας Γραφῆς, μᾶς τήν κατάργησαν μερικοί δυτικίζοντες θεολόγοι κοπτόμενοι τάχα γιά τήν ἄγνοια τῆς Ἁγίας Γραφῆς ἀπό τόν λαό μας.5
Τέλος, σχετικά μέ τήν Ἁγία Γραφή, ἔχουμε νά παραθέσουμε μιά ὡραία, ὅσο καί περίεργη ἰδέα τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου, τοῦ καλύτερου ἑρμηνευτῆ τῆς Ἁγίας Γραφῆς: Ἀρχίζοντας ὁ ἱερός πατέρας τήν ἑρμηνεία στό κατά Ματθαῖον Εὐαγγέλιο λέει ὅτι ἔπρεπε νά εἴχαμε τόσο καθαρό βίο, ὥστε νά μήν εἴχαμε ἀνάγκη ἀπό τήν Ἁγία Γραφή, ἀλλά νά μιλοῦσε κατ᾽ εὐθεῖαν στήν καρδιά μας τό Ἅγιο Πνεῦμα. Ἔτσι ἐπικοινωνοῦσε ὁ Θεός μέ τήν πρώτη γενεά τῶν ἀνθρώπων, μέ τούς πρωτοπλάστους πρίν ἀπό τήν πτώση τους, μέ τόν Νῶε ἔπειτα, μέ τόν Ἀβραάμ, μέ τόν Ἰώβ καί μέ τόν Μωυσῆ. Δέν ἐπικοινωνοῦσε μέ γράμματα, ἀλλά, ἐπειδή εὕρισκε καθαρή τήν ψυχή τους, τούς μιλοῦσε προσωπικά ὁ Ἴδιος. Ὅταν ὅμως ἀργότερα ἐξώκειλε ἡ γενεά τῶν ἀνθρώπων, ὁ Θεός σύναψε μέ αὐτούς συμβόλαιο (αὐτό εἶναι ἡ Ἁγία Γραφή), γιά νά θυμοῦνται τήν σχέση τους μέ τόν Θεό. Αὐτό δέν εἶναι πρός «κατηγορία» τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ἀλλά, ὅπως λέει στό τέλος τῆς περικοπῆς του ὁ ἱερός Χρυσόστομος, ὑποδηλώνει πόσο μεγάλο εἶναι τό «ἔγκλημά» μας καί πόσο μεγαλύτερη κόλαση ἐπισύρουμε ἐναντίον μας, ὅταν περιφρονοῦμε καί αὐτόν τόν τρόπο τοῦ Θεοῦ πού μεταχειρίστηκε γιά τήν σωτηρία μας, τήν παράδοση δηλαδή τοῦ θελήματός Του γραπτῶς (Ἁγία Γραφή).6
Κατά τήν παραπάνω πατερική ἰδέα ἑρμηνεύεται τό παρατηρούμενο φαινόμενο ἁπλοϊκῶν εὐσεβῶν πιστῶν, πού, ἐνῶ δέν ἔχουν διαβάσει τήν Ἁγία Γραφή καί ἔχουν τελεία ἄγνοια τοῦ περιεχομένου της, ὅμως, ἐπειδή ἔχουν καθαρή καρδιά, ἔχουν τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ καί ἐκφράζουν μέ τά λόγια τους καί μέ τήν ζωή τους τήν Ἁγία Γραφή καλύτερα ἀπό κάθε ἐπιστήμονα μελετητή της.7
1. Πρωτοπρ. Ἰωάννου Ρωμανίδου, Δογματική καί Συμβολική Θεολογία τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τόμ. Α´ σ. 174.175. Καί γιά τήν μετάφραση τῶν Ο´, ἡ ὁποία εἶναι ἑρμηνεία καί ὄχι ξηρή μετάφραση τοῦ Ἑβραϊκοῦ πρωτοτύπου, ἑρμηνεία «θεόθεν οἰκονομηθεῖσα» κατά τόν Εὐσέβιο, ὁ ἴδιος καθηγητής γράφει: «...Πάντως ἀκριβῶς διά τούς ἰδίους λόγους οὐδέποτε ἠδυνήθησαν νά καταλάβουν οἱ Διαμαρτυρόμενοι, ἀλλά καί οἱ Ρωμαιοκαθολικοί (ἄν καί ἀπέδιδον μεγάλην σημασίαν εἰς τήν βουλγάταν), πῶς οἱ Ὀρθόδοξοι ἐθεώρουν ἐξ ἴσου θεόπνευστον μετά τοῦ Ἑβραϊκοῦ κειμένου καί τήν μετάφρασιν τῶν Ο´.
Ἐξ Ὀρθοδόξου ἀπόψεως ἐκεῖνο τό ὁποῖον κάμνει τό κείμενον θεόπνευστον δέν εἶναι αἱ ἀρχικαί λέξεις καθ᾽ ἑαυτάς, ἀλλά ἡ ὑπό τῶν θεουμένων ἑρμηνεία τοῦ κειμένου, διότι ὅσον ἀκριβές πρός τό πρωτότυπον καί ἄν εἶναι τό κείμενον, εἰς χεῖρας μή θεουμένων καί ἐκτός τῆς κοινωνίας αὐτῶν εὑρισκομένων δέν ὠφελεῖ. Καί τά ἴδια τά ὑπό προφητῶν καί ἀποστόλων ἰδιοχείρως γραφόμενα καί ἄν εἶχον οὗτοι ἵνα διαβάσουν καί μελετήσουν πάλιν κεκρυμμένον ἀπό αὐτούς θά εἶναι τό μέγα τῆς εὐσεβείας μυστήριον. Καί τοῦτο, διότι θεόπνευστον δέν εἶναι τό κείμενον καθ᾽ ἑαυτό, ἀλλά θεόπνευστος εἶναι ὁ γράφων αὐτό θεούμενος, ἤ Θεόπνευστα τά περί θεουμένου γραφόμενα, ἀλλά μόνον, ὅταν ὑπό θεουμένου ἑρμηνεύονται» (αὐτόθι σ. 174).
2. Πολύ ὡραῖο καί πολύ ἐλεγκτικό αὐτό γιά μᾶς! Φανταστεῖτε το· διάβαζαν τήν Παλαιά Διαθήκη, τό βιβλίο τοῦ Λευιτικοῦ· κάτι δέν κατάλαβαν καί δέν τό προσπέρασαν ἀδιάφορα, ἀλλά πῆγαν μακρυά νά βροῦν τόν ἅγιο Ἀντώνιο νά τούς τό ἑρμηνεύσει!
3. «Ἀδελφοί παρέβαλον τῷ ἀββᾷ Ἀντωνίῳ καί εἶπον αὐτῷ ρῆμα τοῦ Λευιτικοῦ. Ἐξῆλθεν οὖν ὁ γέρων εἰς τήν ἔρημον, καί ἠκολούθησεν αὐτῷ ὁ ἀββᾶς Ἀμμωνᾶς κρυφῇ, εἰδώς τήν συνήθειαν αὐτοῦ. Καί μακρύνας πολύ ὁ γέρων, στάς εἰς προσευχήν, ἔκραξε φωνῇ μεγάλῃ· “Ὁ Θεός, ἀπόστειλον τόν Μωυσῆν, καί διδάξει με τό ρῆμα τοῦτο”. Καί ἦλθεν αὐτῷ φωνή λαλοῦσα μετ᾽ αὐτοῦ. Εἶπεν οὖν ὁ ἀββᾶς Ἀμμωνᾶς ὅτι, “τήν μέν φωνήν ἤκουσα τήν λαλοῦσαν μετ᾽ αὐτοῦ, τήν δέ δύναμιν τοῦ λόγου οὐκ ἔμαθον”» (ΕΠΕ Φιλοκαλία Α´, 58.26).
4. Ἡ εὐχή «Ἔλλαμψον ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν, φιλάνθρωπε Κύριε, τό τῆς Σῆς θεογνωσίας ἀκήρατον φῶς καί τούς τῆς διανοίας ἡμῶν ὀφθαλμούς διάνοιξον εἰς τήν τῶν Εὐαγγελικῶν Σου κηρυγμάτων κατανόησιν...».
5. Δέν ἀντέχουμε παρά νά παραθέσουμε ἐδῶ, ἔστω καί σέ ὑποσημείωση, μιά ὡραία σχετική περικοπή τοῦ Μακαριστοῦ Μητροπολίτη Σερβίων καί Κοζάνης κυροῦ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ἀπό ἕνα γραπτό του κήρυγμα στό ποίμνιό του: «Ἄς τό ποῦμε καθαρά, παντοῦ πνέει στήν Ἐκκλησία μας προτεσταντικός ἀέρας. Ὄχι πώς οἱ ὀρθόδοξοι εἶναι ἕτοιμοι νά γίνουν προτεστάντες, μά φοβοῦνται πώς ἡ Ἐκκλησία μένει πίσω καί πώς εἶναι ἀνάγκη πολλά παληά νά λείψουν κι ἄλλα πάλι ν᾽ ἀνανεωθοῦν, ἡ γλώσσα τῶν Γραφῶν καί τῆς Λατρείας, ἡ διοίκηση τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ ὀργανισμοῦ κι ἄλλα. Ὅλα ἐτοῦτα εἶν᾽ ἕνας ἀέρας ἐπαναστατικός πού ἔρχεται ἀπό τόν προτεσταντισμό, σάν μιά διάθεση στό βάθος νά λυτρωθοῦμε ἀπό τά δῆθεν δεσμά τῆς παραδόσεως... Οἱ πιό πολλοί ἀπό κείνους πού κρατοῦν μιά Καινή Διαθήκη στήν τσέπη τους καί τήν ἀνοίγουν εὔκαιρα καί ἄκαιρα ὅπου βρεθοῦν, τάχα πώς διαβάζουν καί μελετοῦν τόν λόγο τοῦ Θεοῦ, αὐτοί λοιπόν ἐκεῖνο μᾶλλον πού κερδίζουν εἶναι ὅτι ἐξοικειώνονται μέ τό ἱερό κείμενο καί στό τέλος κρατοῦν στά χέρια τους τήν Καινή Διαθήκη σάν ἕνα κοινό βιβλίο. Κάποιοι τώρα θά γελάσουν καί θά ποῦν· “Νά βάλουμε λοιπόν τήν Ἁγία Γραφή στά εἰκονίσματα, νά τήν προσκυνοῦμε καί νά μήν τήν ἀνοίγουμε”. Κι ὅμως αὐτή εἶναι ἡ ἁγία παράδοση τῆς Ὀρθοδοξίας· ἡ Ἁγία Γραφή δέν κουβαλιέται στήν τσέπη, εἶναι στά εἰκονίσματα τοῦ σπιτιοῦ καί στήν ἁγία Τράπεζα τῆς Ἐκκλησίας. Κι ὅταν εἶναι νά διαβάση ἡ οἰκογένεια, κάνουν τό σταυρό τους γιά νά κατεβάσουν τό Εὐαγγέλιο (ὅλη τήν Ἁγία Γραφή Εὐαγγέλιο τή λένε οἱ Ὀρθόδοξοι) ἀπό τά εἰκονίσματα· κι ὅταν εἶναι νά διαβαστοῦν οἱ Γραφές στήν Ἐκκλησία γίνεται πρῶτα ἐπίσημη λιτανεία (ἡ μικρά Εἴσοδος) κι ὕστερα ὁ λειτουργός φωνάζει: «Σοφία· Ὀρθοί». Κι ὁ λαός κάνει τό σταυρό του καί λέει· «Δόξα σοι, Κύριε, δόξα σοι». Ὅλα ἐτοῦτα δείχνουν πώς οἱ ὀρθόδοξοι τό θεῖο λόγο δέν τόν διαβάζουν μόνο, μά τόν προσκυνοῦν καί τόν λατρεύουν» (Ἱερά Μητρόπολις Σερβίων καί Κοζάνης, Λόγος Παρακλήσεως (ἤτοι γραπτό κήρυγμα στούς Ἀποστόλους καί στά Εὐαγγέλια ὅλου τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους. Κοζάνῃ, 1967), Προλεγόμενα· σ. 8.).

Ὁ Θεὸς πάσχει - Ὀρθόδοξος Θεοπασχητισμὸς




Τὸ μυστήριο τοῦ Σταυροῦ καὶ ὅλου τοῦ Πάθους τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἀπρόσιτο στὸν ἀνθρώπινο νοῦ. Τί πρα­­γματικὰ ἔλαβε χώρα πάνω στὸ λόφο τοῦ Γολγοθᾶ; Γιατί αὐτὸ τὸ γεγονὸς ­σημά­δεψε ἀνεξίτηλα τὴν ἀνθρώπινη ἱστορία καὶ ἄλλαξε τὴν πορεία της; Τὰ ­ἐρωτήματα δραματικά, ἐπίπονα, βασανιστικά. Τὸ καιριότερο ἔχει νὰ κάνει μὲ τὴν ταυτότητα Αὐτοῦ ποὺ πάσχει καὶ πεθαίνει.
Ποιὸς εἶναι; Γιατί ἡ κτίση ὁλάκερη συγ­κλονίζεται καὶ συμπάσχει μὲ τὸν ἐν μέσῳ δύο ληστῶν κρεμάμενο Κατάδικο; Ὁ ἥ­­λιος σκοτίζεται, ἡ γῆ σείεται, οἱ πέτρες σχίζονται… Γιατί;

Ἡ ἀπάντηση στὸ ἐρώτημα εἶναι ἀφάν­ταστα τολμηρή. Τολμηρή, διότι εἶναι ἀληθινή: Ἡ κτίση συμπάσχει, διότι πάνω στὸ Σταυρὸ πάσχει ὁ Δημιουργός της. Αὐτὸς ποὺ εἶναι σταυρωμένος δὲν εἶναι ἁπλὸς ἄνθρωπος. Εἶναι ἄνθρωπος! Εἶναι ὅμως ταυτόχρονα καὶ Θεός. Εἶναι ὁ ἐνανθρωπήσας Θεός, τὸ δεύτερο Πρόσωπο τοῦ Ἑνὸς ἐν Τριάδι Θεοῦ, ὁ Υἱὸς δηλαδὴ καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἀπὸ ἀγάπη, ἄπειρη ἀγάπη πρὸς τὸν ἄνθρωπο, ἔγινε καὶ ἄνθρωπος μέσα ἀπὸ τὰ πανάγια σπλάχνα τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου.

Δευτέρα 11 Αυγούστου 2014

ΑΝΔΡΕΑΣ Κρήτης Χαίρε Καρπέ Πρώιμε της δικής μας Αναγέννησης



Μεταφράσεις: Αρχιμ. Ιγνατίου Σωτηριάδη από το βιβλίο: Georges Gharib: Οι εικόνες της Παναγίας. Ιστορία και λατρεία. Εκδόσεις Τέρτιος, Κατερίνη 1997. http://www.tertios.gr/



Χαίρε, καρπέ πρώιμε της δικής μας αναγέννησης και κατάληξη των υποσχέσεων και των προρρήσεων του Θεού για μας. 

Ευλογημένη συ μεταξύ των γυναικών, ω γη αληθινά αξιεπιθύμητη απ' την οποία ο κεραμοποιός, παίρνοντας τη λάσπη απ' το δικό μας αγρό, ξανάκανε το βάζο άρρηκτο. 

Ευλογημένη συ μεταξύ των γυναικών, ω Βηθλεέμ πνευματική που για τη θέλησή σου και μαζί για τη φύση σου έχεις γίνει κι έχεις κληθεί οίκος της όλης πνευματικότητας. Μέσα σου, πράγματι, κατοικώντας όπως μόνο εκείνος θέλησε, και αναμειγνυόμενος χωρίς σύγχυση στη δική μας μάζα ζύμωσε μέσα του όλο τον Αδάμ, για να γίνει άρτος ζωντανός και ουράνιος. 

Ερευνούσε ο Θεός τη σκόνη του Αδάμ. Επιτέλους εκείνη η σκόνη στην οποία βρήκε εκείνο που έψαχνε, ήταν μια γη όμοια με το σώμα μας και κείτονταν σ' ένα στήθος πανάγιο και παρθενικό. Το δικό μας ζωοποιό Στάχυ (ο Χριστός) βρήκε αυτό τον αγρό στον όποιο χωρίς σπόρο, χωρίς καλλιέργεια, με τρόπο θαυμαστό εκείνος ξεφύτρωσε. Αυτή, η σκόνη• αυτό το στάχυ• αυτός ο χώρος εκείνης της γης, στην οποία με τρόπο νέο και σύμφορο ξαναπλασθήκαμε και λόγω της οποίας η ξαναπλασμένη μας σκόνη έλαβε ως δώρο την αρχαία αξία! 

Ω ταπείνωση ανείπωτη! Ω καλοσύνη! Όταν ο Θεός πάνω από κάθε φύση και χάρη, μας παραχώρησε τέτοια πράγματα μέσω μιας γυναίκας της ίδιας φυλής και της ίδιας της δικής μας γενιάς, μέσω μιας γυναίκας —λέω— της οποίας το ψυχικό μεγαλείο αυξήθηκε τόσο δυσανάλογα που ο Χριστός ο ίδιος, το Ατέλειωτο Μεγαλείο, επιθύμησε το μεγαλείο της και θέλησε να έχει από Εκείνη χωρίς πατέρα γήινο μια δεύτερη γέννηση. 

Κυριακή 10 Αυγούστου 2014

Τρεις είναι οι αρετές, τις όποιες όταν δει ο νους να είναι μαζί του, πιστεύει ότι έφτασε στην αθανασία...



Του αββά Ησαΐα

Αν είσαι νέος και δεν έκανες ακόμη την εργασία του σώματος, και ακούσεις για τις υψηλές αρετές των πατέρων, μην ορμίσεις σε αυτές θέλοντας να τις φτάσεις με ανάπαυση. Γιατί δεν έρχονται σ’ εσένα, αν δεν καλλιεργήσεις κατάλληλα το έδαφος, αν όμως το κάνεις αυτό, θα σου έρθουν από μόνες τους.

Τρεις είναι οι αρετές, τις όποιες όταν δει ο νους να είναι μαζί του, πιστεύει ότι έφτασε στην αθανασία: η *διάκριση, το να ξεχωρίζει δηλαδή το ένα από το άλλο, η πρόβλεψη όλων πριν συμβούν, και το να μη συγκατατίθεται σε κάποιον άπρεπο λογισμό.

Υπάρχουν άλλες τρεις αρετές, οι όποιες διαρκώς χορηγούν φως στον νου: το να μη βλέπουμε κακία σε άνθρωπο, το να κάνουμε καλό σε εκείνους που μας κάνουν κακό, και το να υπομένουμε ατάραχα όσα μας έρχονται.

Οι τρεις αυτές αρετές γεννούν άλλες τρεις, μεγαλύτερες από αυτές. Το να μη βλέπουμε κακία σε άνθρωπο γεννά την αγάπη, το να κάνουμε καλό σε εκείνους που μας κάνουν κακό οδηγεί στην απόκτηση της ειρήνης, και το να υπομένουμε ατάραχα όσα μας έρχονται προξενεί την πραότητα, σε αυτές τις αρετές αναπαύεται το Πνεύμα του Θεού.

Είναι και άλλες τέσσερις αρετές που εξαγνίζουν την ψυχή: η σιωπή, η τήρηση των εντολών, η στενόχωρη ζωή και η ταπεινοφροσύνη.

Είναι ακόμη τέσσερις αρετές, τις όποιες ο νους χρειάζεται συνεχώς και οι όποιες τον φυλάγουν: το να πέφτει μπροστά στον Θεό και να προσεύχεται αδιάλειπτα, το να ρίχνει τον εαυτό του μπροστά στον Θεό, το να μην τον νοιάζει για κανέναν άνθρωπο, έτσι ώστε να μην κρίνει κανέναν, και το να γίνει κουφός προς τα πάθη που του μιλούν, δηλαδή προς τους εμπαθείς λογισμούς. Όλα αυτά τα φυλάγει το να αντιστέκεται ο νους στη λησμοσύνη.

Από τέσσερα πράγματα σκοτίζεται η ψυχή: από το να μισήσει τον συνάνθρωπο και να τον περιφρονήσει και να γογγύσει και να φθονήσει.

Η ψυχή ερημώνεται από τα εξής τέσσερα: από το να γυρίζει από τόπο σε τόπο, από το να αγαπήσει τον περισπασμό, από το να ποθήσει τα υλικά και από τη φιλαργυρία.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

 Υπόθεση ΚΔ΄ 24 , ΕΥΕΡΓΕΤΙΝΟΣ λόγοι και διδασκαλίες αγίων πατέρων Τόμος Δ΄ 261-262, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΟ ΠΕΡΙΒΟΛΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ